Snail Race. The biggest Summer event in Makry-Gialos, Crete. By Cafe Olympio

HOME -
GAMES HISTORY - PHOTOS - VIDEOS - WINNERS 2009 - PLAY ON LINE - MAKRY-GIALOS CRETA - CAFE OLYMPIO - CONTACT

"ΟΛΥΜΠΙΑΚΗ ΣΑΛΙΓΚΑΡΟΔΡΟΜΙΑ"
Ένα τόσο απλό αλλά διαφορετικό παιχνίδι, που μπορεί να κάνει τις διακοπές σας, στο Μακρύ-Γιαλό αξέχαστες.

Αρχική -Το ξέρατε ότι: - Η ιστορία των σαλιγκαροδρομιών.- Σύνδεσμοι - Επικοινωνία. ΣΑΛΙΓΚΑΡΙΑ και.. Ανέκδοτα. - Διάφορα - Καλυντικά - Προσοχή !! - Ποιήματα. - Τραγούδια. - Το Λεξικό. -Σαλιγκαροτροφία

Tuesday, November 4, 2008

Το Σαλιγκάρι στο Λεξικό

http://el.wiktionary.org/σαλιγκάρι

Πτώση Ενικός Πληθυντικός
Ονομαστική σαλιγκάρι σαλιγκάρια
Γενική σαλιγκαριού σαλιγκαριών
Αιτιατική σαλιγκάρι σαλιγκάρια
Κλητική σαλιγκάρι σαλιγκάρια
Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

σαλιγκάρι < αβέβαιη ετυμολογία· πιθανώς μεσαιωνική ελληνική σαλίγκας < σάλιαγκας < σάλιακας < σιαλικός, που αναφέρεται στο σάλιο

Nuvola apps edu languages.png Προφορά

ΔΦΑ : /sa.li.ˈga.ɾi/

ένα 'σαλιγκάρι
Open book 01.svg Ουσιαστικό

σαλιγκάρι ουδέτερο

* (ζωολογία) μαλάκιο με σπειροειδές κέλυφος και εδώδιμη σάρκα. Έχει μακρόστενο σώμα, το οποίο προεξέχει εν μέρει από το κέλυφος, και κεφάλι, το οποίο φέρει δύο ζευγάρια κεραιών που συστέλλονται. Τρέφεται με φυτικές ύλες (χορτάρι, βλαστάρια κ.λπ.), κινείται αργά αφήνοντας ίχνη βλέννας και εμφανίζεται κυρίως τις βροχερές μέρες

Εκφράσεις

* σαν σαλιγκάρι: πολύ αργά

Συγγενικές λέξεις

* σαλιγκαράκι
* σαλίγκαρος

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα

* σαλίγκαρος
* σάλιαγκας
* κοχλίας
* χοχλιός (στην κρητική διάλεκτο)
* καράολος (στην κυπριακή διάλεκτο)


Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης

* σάλιαγκας


Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις

* αγγλικά : snail (en)
* αλβανικά : kërmill (sq)
* γαλλικά : escargot (fr) αρσενικό
* γερμανικά : Schnecke (de)
* δανικά : snegl (da)
* εβραϊκά : שבלול (he)
* εσπεράντο : heliko (eo)
* ιαπωνικά : 蝸牛 (ja) , カタツムリ (ja)
* ιντερλίνγκουα : limace (ia)
* ισλανδικά : snigill (is)
* ισπανικά : caracol (es)
* ιταλικά : chiocciola (it) θηλυκό, lumaca (it) θηλυκό
* καταλανικά : cargol (ca)
* κινεζικά : 蜗牛 (zh)
* κορεατικά : 달팽이 (ko)



* κροατικά : puž (hr)
* λατινικά : cochlea (la)
* λιθουανικά : sraigė (lt)
* νορβηγικά : snegle (no)
* ολλανδικά : slak (nl) , huisjesslak (nl)
* ουγγρικά : csiga (hu)
* πορτογαλικά : caramujo (pt) αρσενικό, caracol (pt) αρσενικό
* ρουμανικά : melc (ro) αρσενικό
* ρωσικά : улитка (ru) θηλυκό
* σλοβακικά : slimák (sk)
* σλοβενικά : polž (sl)
* σουηδικά : snigel (sv) , snäcka (sv)
* τσεχικά : hlemýžď (cs) , šnek (cs)
* τουρκικά : yılan (tr)
* φινλανδικά : etana (fi)

0 Comments: