Snail Race. The biggest Summer event in Makry-Gialos, Crete. By Cafe Olympio

HOME -
GAMES HISTORY - PHOTOS - VIDEOS - WINNERS 2009 - PLAY ON LINE - MAKRY-GIALOS CRETA - CAFE OLYMPIO - CONTACT

"ΟΛΥΜΠΙΑΚΗ ΣΑΛΙΓΚΑΡΟΔΡΟΜΙΑ"
Ένα τόσο απλό αλλά διαφορετικό παιχνίδι, που μπορεί να κάνει τις διακοπές σας, στο Μακρύ-Γιαλό αξέχαστες.

Αρχική -Το ξέρατε ότι: - Η ιστορία των σαλιγκαροδρομιών.- Σύνδεσμοι - Επικοινωνία. ΣΑΛΙΓΚΑΡΙΑ και.. Ανέκδοτα. - Διάφορα - Καλυντικά - Προσοχή !! - Ποιήματα. - Τραγούδια. - Το Λεξικό. -Σαλιγκαροτροφία

Tuesday, November 4, 2008

Ποιήματα σχετικά με σαλιγκάρια

ΣΑΛΙΓΚΑΡΙΑ ΕΡΩΤΑ ΚΑΙ ΑΝΑΡΧΙΑΣ

Ο ΓΥΜΝΟΣ ΠΡΟΦΗΤΗΣ

Ο γυμνοσάλιαγκας ερεθισμένος προφήτης
Κλείνει του χεριού τις χαρακιές
Με τα υγρά του ίχνη

Αλληθωρίζει τις κεραίες του
Αναζητώντας σπόρους ψυχής
Για να χορτάσει το άνομο πάθος
Που τον κρατά υγρό
Σ έναν αιωνίως ρέοντα ποταμό
Αισθημάτων
**************

Έθαψα
το σαλιγκάρι που τόσο αγαπούσες
Για να σ' ΕΚΔΙΚΗΘΩ

**************

ΕΣΤΑΥΡΩΜΕΝΟ ΣΑΛΙΓΚΑΡΙ

Εσταυρωμένο σαλιγκάρι
Όλα όσα μου ζήτησες
να πληρώσω για σένα
Όλα όσα μου ζήτησες
να γευτώ για σένα
Όλα όσα μου ζήτησες
να είμαι για σένα
Όλα μου ζήτησες
για σένα.

**************

ΚΑΘΑΡΣΗ

Σαν σαλιγκάρι
Γυμνώθηκα μπροστά σου

Σαν σαλιγκάρι σ έκλεισα
Στη ζωή μου
Στο κέλυφος

Σαν σαλιγκάρι σε καθάρισα
Απ το αμαρτωλό χώμα
Που σε γέννησε

**************
Δεκάδες ζωές
θυσίασα στον έρωτα σου.

Δεκάδες ζωές σαλιγκαριών
στο δείπνο
της πρώτης επαφής.

Δεκάδες ζωές
θυσίασα
στο δείπνο της ντροπής.

Δεκάδες ζωές
θυσίασα να σε ξεχάσω.

**************

Οι αναμνήσεις της αγάπης μας
Δεκάδες σαλιγκάρια στο γεύμα μου

**************

Ο έρωτας μου δε γνωρίζει όρια
Σου χαρίζω ένα κολιέ φτιαγμένο από κελύφη σαλιγκαριών
να το φοράς στο δείπνο μας με κύριο πιάτο το κορμί τους

**************
Στα μάτια γυμνού σαλιγκαριού
όλες οι εικόνες ενός έρωτα δίχως κέλυφος
**************

Ερωτευμένα σαλιγκάρια
Νεκρά στο βυθό των ματιών σου

**************
(Τα σαλιγκάρια
φοβούνται τους οδοστρωτήρες
όπως οι Γαλάτες τον ουρανό)

Σχήμα του έρωτα,
η απουσία γωνίας.

Τέχνη της φύσης,
κέλυφος σαλιγκαριού

Μια βόλτα οδοστρωτήρα στο μονοπάτι των σαλιγκαριών.

Η δύναμη του φονιά
Η δύναμη του ανθρώπου
**************

Έμεινε το σαλιγκάρι
Στην καρδιά μου
Να μου θυμίζει
Πόσο σ' αγάπησα

**************

Τα σαλιγκάρια
Σβήνουν με κόκκινο κρασί

**************
Θ' απλώσω σαλιγκάρια
στο γυμνό κορμί σου
Να μη γεράσεις ΜΟΝΗ

**************
ΑΝΑΡΧΙΚΗ ΕΞΕΓΕΡΣΗ

Άναρχα σαλιγκάρια
Με παντιέρα το μαύρο μεσοφόρι σου
*********

ΛΟΥΜΠΕΝ

Ένα Λούμπεν σαλιγκάρι
Ένας γυμνοσάλιαγκας
*********

Η ΔΙΑΔΗΛΩΣΗ

Στα όνειρα μου
τα μαλλιά σου
Διαδήλωση
ερωτευμένων σαλιγκαριών


*********

ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΟ ΜΑΝΙΦΕΣΤΟ

Τα σαλιγκάρια
δεν έχουν πατρίδα
Έχουν Γεύση
© Copyright, taraxopoios


Το σαλιγκάρι



Να χα την υπομονή σου

όμορφό μου σαλιγκάρι,

πιο αργό κι` από χελώνα

μα, γλιστράς με τόση χάρη!



Στις κεραίες έχεις μάτια

και στο κέλυφος στροφούλες,

σημαδεύεις με το σάλιο

τις μικρές σου τις στρατούλες!



Το φαΐ σου φυλλαράκια

κι` η βροχούλα πως σ` αρέσει!

Να σου βρει μία κακία

ποιος ποτέ θα το μπορέσει;



Λάμπρος Μαγκλάρας



ΤΑ ΣΥΝΑΠΑΝΤΗΜΑΤΑ ΠΑΡΑΤΟΛΜΟΥ ΣΑΛΙΓΚΑΡΟΥ

Το ήρεμο πρωινό
έχει μια παιδιάστικη γλύκα.
Τα δέντρα απλώνουνε
τα μπάτσα τους στη γη.
Μια άχνα τρεμουλιαστή
αλαφροσκεπάζει τα σπαρτά,
και οι αράχνες απλώνουν
τους μεταξένιους δρόμους τους
γραμμές στο διάφανο κρύσταλλο
του αγέρα.

Στη δεντροστοιχία
σιγοτραγουδάει μια πηγή
μέσα στα χορτάρια.
Κι ο σαλίγκαρος, φρόνιμος
αστός πάνω στο μονοπάτι,
ταπεινός κι αγνοημένος
αγναντεύει ολόγυρα στην εξοχή.
Παίρνοντας θάρρος από της φύσης
τη θεϊκή γαλήνη,
αποφασίζει, λησμονώντας
του σπιτικού τις έγνοιες,
να δει του δρόμου του το τέλος.

Κινάει μπροστά και χώνεται
μες σ΄ένα δάσος από τσουκνίδες
και κισσό, που εκεί δα
δυο γέροι βάτραχοι
λιάζονται άρρωστοι
και μελαγχολικοί.

-Αυτά τα τωρινά τραγούδια,
έλεγε σιγανά ο ένας,
είναι ανωφέλευτα. -Ναι,
αγαπητέ μου, αποκρίνεται
ο σύντροφός του, που ήταν
σχεδόν τυφλός και πληγωμένος,
στα νιάτα μου εγώ πίστευα
πως αν μια μέρα ο Θεός
άκουγε το τραγούδι μας,
θα μας ελεεινολογούσε. Ξέρω να πω,
γιατί έχω ζήσει χρόνια πολλά,
πως δεν έχω εμπιστοσύνη
και σταμάτησα να τραγουδώ….




Οι δυο κλαψιάρηδες βάτραχοι
ζητάνε ελεημοσύνη
από μια νεαρή βατραχοπούλα
που περνάει ακατάδεχτη
παραμερίζοντας τα χορταράκια.

Μπροστά στο σκοτεινό το δάσος
τρομάζει ο σαλίγκαρός μας.
Θέλει να φωνάξει. Αδύνατον.
Οι βάτραχοι τον έχουν από κοντά.

-Είναι καμιά πεταλούδα?
ρωτάει ο αόμματος.
-Έχει δυο κερατάκια,
ο φίλος του αποκρίνεται.
Είναι ο σαλίγκαρος. Έρχεσαι
από άλλα χώματα, σαλίγκαρε?

-Έρχομαι από τα μέρη μου και θέλω
να ξαναγυρίσω όσο πιο γρήγορα μπορώ.
-Πφ! Ο φοβητσιάρης! Κάνει ο αόμματος.
Δεν τραγουδάς ποτέ? –Ποτέ,
λέει ο σαλίγκαρος. –Ούτε την προσευχή σου κάνεις?
-Ούτε. Δεν έχω μάθει να κάνω προσευχή.
-Και δεν πιστεύεις στην αιώνια ζωή?
-Τι είναι αυτό?
-Μα… είναι να ζεις παντοτινά
μέσα στα πιο κρυστάλλινα νερά,
σε μια εξοχή ολανθισμένη
με γλυκιά βοσκή ορεχτική.

-Στα μικράτα μου, μια μέρα,
η γιαγιά μου είχε πει
πως σαν πεθάνω θα πάω
πάνω στα φύλλα τα πιο τρυφερά,
πάνω στα πιο ψηλά κλωνιά.

-Ήτανε μια αιρετική και τίποτα άλλο!
Εμείς σου λέμε την αλήθεια.
Και πρέπει να μας πιστέψεις!
κάνουνε τα βατράχια φρενιασμένα.

'Αχ, γιατί να έχω φύγει?'
Βογκάει ο σάλιαγκάς μας. -Ναι, πιστεύω
Για πάντα στην αιώνια ζωή
που μου ευαγγελίζεστε…..
Οι βάτραχοι
ξεμακραίνουνε συλλογισμένοι
κι ο σαλίγκαρος τρομοκρατημένος
χώνεται μες στο δάσος.

Οι δυο ζητιάνοι βάτραχοι
μένουν βουβοί σαν σφίγγες.
Τέλος, ο ένας τους ρωτάει…
-Πιστεύεις στην αιώνια ζωή?
-Εγώ όχι, λέει
θλιμμένα ο τυφλός.
-Γιατί τότε είπες
του σαλίγκαρου να πιστεύει?
-Επειδή… δεν ξέρω,
αποκρίνεται ο άμοιρος σακάτης.
Μα όταν ακούω τα παιδία μου
στο κανάλι να επικαλούνται το Θεό
με πίστη και εμπιστοσύνη,
νιώθω συγκίνηση μεγάλη.

Ο ντελμπεντέρης μας γυρίζει
πίσω. Στο μονοπάτι
σφύζει η σιγαλιά
λες κι αναβλύζει από τους κλώνους.
Ένα σμάρι κόκκινα μυρμήγκια
βρίσκεται στο δρόμο του.
Είναι αναστατωμένα
και σέρνουν με το ζόρι
ένα μυρμήγκι ταίρι τους
με τις κεραίες του σπασμένες.
Ο σαλίγκαρος τους βάζει τη φωνή…
-Μυρμήγκια, με το μαλακό!
Γιατί κακομεταχειρίζεστε
έτσι το σύντροφό σας?
Πείτε μου το έγκλημά του.
Θα κρίνω ευσυνείδητα.
Μίλα πρώτα εσύ, καημένο μου.

Το μυρμήγκι, μισοπεθαμένο,
του αποκρίνεται θλιμμένα…
-Είδα τ'αστέρια.
-Τ'είναι τ'αστέρια? λένε
τ'άλλα μυρμήγκια ανήσυχα.
Κι ο σάλιαγκας λέει σκεπτικός
κι αυτός.. -Τ'αστέρια?
-Ναι, απαντάει το μυρμήγκι,
είδα τ'αστέρια.

Στην κορυφή του δένδρου
του πιο ψηλού απ'την δενδροστοιχία
είδα χιλιάδες μάτια
να λάμπουνε μες στα σκοτάδια μου.
Κι ο σάλιαγκας ρωτάει…
-Μα τι είναι αυτά τ'αστέρια?
-Φώτα που αρμενίζουν
πάνω απ'τα κεφάλια μας.
-Μα δεν τα βλέπουμε,
διαμαρτύρονται οι σύντροφοί του.
-Όσο για μένα, λέει ο σάλιαγκας, η όρασή μου
δεν ξεπερνάει τα χορτάρια.

Και τα μυρμήγκια βάζουν τη φωνή στο άλλο
κουνώντας τις κεραίες τους…
-θα σε σκοτώσουμε, είσαι
τεμπέλης και διεστραμμένος.
Η εργασία είναι νόμος.

-Ναι, είδα τ'αστέρια,
είπε το πληγωμένο μυρμήγκι.
Ο δικαστής μας βγάζει απόφαση…
-Αφήστε το να φύγει,
συνεχίστε εσείς τη δουλεία σας.
Κι έπειτα ο φταίχτης
είναι πια στα τελευταία του.

Στον ήσυχο και διάφανο αέρα
μια μέλισσα περνάει.
Το μυρμήγκι ψυχομαχάει
και νιώθει το απέραντο μούχρωμα.
-Έρχεται να μ'αποκομίσει
σ'ένα άστρο, λέει.

Τ'άλλα μυρμήγκια φεύγουν τρομαγμένα,
βλέποντας το νεκρό.

Ο σάλιαγκας μας αναστενάζει
και ξεμακραίνει ζαλισμένος.
Η αιωνιότητα τον γεμίζει
ταραχή. -Αυτό το μονοπάτι,
λέει, δεν έχει τελειωμό.
Ίσως στην άλλη άκρη του
να φτάνουμε στ'αστέρια.
Μα είμαι πολύ αργοκίνητος
για να φτάσω ίσαμε εκεί.
Μπα! Έξω νου! Ας μην το συλλογιέμαι!

Όλα χωνεύουνε μες στην αχλύ
και τον ωχρό ήλιο.
Μακρινές εσπερινού καμπάνες
καλούσαν τους πιστούς,
κι ο σαλίγκαρός μας, φρόνιμος
αστός πάνω στο μονοπάτι,
ταραγμένος και αναστατωμένος
αγναντεύει την εξοχή._


Δεκέμβριος 1918, Γρανάδα
Λόρκα

0 Comments: